Μία ημέρα, πηγαίνοντας στα χωράφια, σε ένα σημείο του δρόμου είδε ένα απόκομμα, ένα χαρτί πεσμένο στο έδαφος, σκονισμένο γεμάτο χώματα.
Διέκρινε την εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου.
Άνθρωποι περνούσαν και προσπερνούσαν.
Η Γιαγιά, όταν είδε το Πάνσεπτο πρόσωπο της Παναχράντου, σκίρτησε, θορυβήθηκε, έσκυψε, πήρε το απόκομμα, το καθάρισε, το έβαλε προσεκτικά στον κόρφο της και συνέχισε αθόρυβα τον δρόμο της. Όλη την ημέρα εργάστηκε σκληρά στα κτήματα. Αργά το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι και αφού έβγαλε την εικονίτσα την καθάρισε, την ασπάστηκε και την έβαλε στο εικόνισμα. Τακτοποίησε τα της οικογενείας, φαγητό, πλύσιμο, παιδιά, σύζυγο, δουλειές και όταν ξάπλωσε λίγο και αποκοιμήθηκε ελαφρά, παρουσιάστηκε η Κυρία Θεοτόκος και την αγκάλιασε. Της είπε: - Ψυχή μου, εσύ δεν με περιφρόνησες, με σήκωσες από το χώμα και με έβαλες στον κόρφο σου! Θαδεις κι εγ’ω τι θα σου δώσω!...
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου