Η Γιαγιά Λαμπρινή απαιτούσε να την αποκαλούν «γιαγιά». Η ταπείνωσή της ήταν μεγίστη. Κάποτε που την προσφώνησαν κυρία, επέπληξε πολύ τον άνθρωπο που την αποκάλεσε έτσι και του είπε πως Κυρία είναι μόνο μία, Η Κυρία Θεοτόκος! εγώ προσπαθώ, αν τα καταφέρω, να είμαι δούλη Της. Συνεπώς δεν επιτρέπεται να με καλείτε έτσι. Και πώς να σας αποκαλώ; ρώτησε ο συνομιλητής της. Γιαγιά, απάντησε. Γιαγιά Λαμπρινή, είπε εκείνος και στο εξής έτσι την αποκαλούσε. Έτσι την αποκαλούσαν όλοι, από νεαρώτατη ηλικία, ακόμη και συνομήλικοί της.
Φορούσε πάντοτε σκούρα, μαύρα ρούχα. Πάντοτε παλιά, ρούχα των παιδιών και εγγονών της, πολλά μαζί για να μην φαίνεται η υπερβολική αδυναμία της και αποκαλυφθεί η μεγάλη άσκησή της. Για να μοιάζει με τους άλλους ανθρώπους. Παρ όλα αυτά φαίνονταν όλα καινούργια, αστραφτερά πάνω της. Προστέθηκε μετά την κοίμησή της και το "Ασκήτρια". Ασκήτρια στον κόσμο.
Η άσκηση της Γιαγιάς Λαμπρινής και το πνευματικό της πρόγραμμα ήταν δυσανάβατα. Ο κυρίως χώρος ήταν το σπιτάκι της, το οποίο ήταν κατ οίκον Εκκλησία. Εκεί γεύτηκε την χάρη ως ουράνια Κοινωνία. Η ευχή του Ιησού έκαιγε αδιαλείπτως στην ψυχή της, της δόθηκε χάρη για τον ανδρείο αγώνα της και την πλήρη αφωσίωσή της στον Κύριο από την νηπιακή ηλικία. Μετά την συνάντηση με την Παναγία μας στην Κηπίνα(*), η Γιαγιά είχε δοθεί στον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο ολοκληρωτικά, σε σημείο που μπερδεύονταν ο ουράνιος με τον επίγειο κόσμο. Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα και η καρδιά της πονούσε για όλη την κτίση. Έλεγε πως η προσευχή για τον συνάνθρωπο και κυρίως για τον εχθρό γίνεται έμπονα, αναλαμβάνοντας όλο το πρόβλημά του και μπαίνοντας στην θέση του ως εσύ ο ίδιος να ζης την κατάστασή του… Τότε εσύ γίνεσαι ο άλλος και στέκεσαι ως εκείνος ενώπιον του Θεού και ζητάς έλεος!...
Είχε κλείσει τα παράθυρα και είχε αφήσει ένα μικρό άνοιγμα. Οι εικόνες κάλυπταν τους τοίχους, άναβε τα καντηλάκια και τα κεριά, έβαζε λιβάνι και άνοιγε τα αγαπημένα βιβλία της. Η προσευχή της φλογερή, ολονύκτια, στα γόνατα, όλα ψαλτά, η αγγελική φωνή, η άρρητη ευωδία, το άκτιστο φως… τρυπούσαν το ταβάνι. Ουρανός και γη ενώνονταν… Το μικρό λευκό σπιτάκι μετατρεπόταν σε τόπο πνευματικής παλαίστρας, ποτισμένος με τα δάκρυα, τις προσευχές, τις ευχαριστίες στον Τριαδικό Θεό, τις Θεοπτίες, τους πειρασμούς, τον πόλεμο με τον αρχαίκακο και τους ανθρώπους. Το θάρρος της στην πάλη με τον εχθρό ήταν απαράμιλλο.
Ο πόλεμος δεν προερχόταν μόνο από τους ανθρώπους, από τον πνευματικό περίγυρο (σύνηθες ως δοκιμασία στους δυνατούς), από το περιβάλλον… ήταν πόλεμος πραγματικός, σώμα με σώμα με τον εχθρό. Πολλές φορές την χτυπούσε αλύπητα στο άσαρκο, σκελετωμένο, μικροκαμωμένο σώμα της. Την τσάκιζε. Συχνά ήταν μαυρισμένη, γεμάτη μώλωπες. Άλλες φορές την έσπρωχνε, την έριχνε από τα σκαλιά, την μάτωνε. Κυρίως όταν επρόκειτο να πάει σε προσκυνήματα ή σε κοινές προσευχές, που οργάνωνε η ίδια. Μία βραδυά, την ώρα της πύρινης προσευχής της, κατά την διάρκεια του κανόνα της, ένας απαίσιος μαλλιαρός δαίμονας κάθησε στους ώμους, έβαλε στο κεφάλι της τα απαίσια πόδια του και τα τύλιξε σφιχτά γύρω από το λαιμό της. Τώρα θα σε τελειώσω, ούρλιαξε! Θα σε πνίξω, θα σε σκοτώσω!
Η Γιαγιά χωρίς να ταραχθεί του είπε αυστηρά: Δεν πρόκειται να μου κάνεις τίποτα! Τίποτα απολύτως! Και όπως την είχε ακινητοποιήσει και την έπνιγε, είπε δυνατά: Της Παναγίας Αχράντου Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας!!!
Αμέσως το ακάθαρτο πνεύμα γκρεμίστηκε, έφυγε από πάνω της με μεγάλο θόρυβο και η πόρτα του σπιτιού χτύπησε με δυνατό κρότο! Τόσο που ο σύζυγός της ξύπνησε και ρώτησε τι συμβαίνει… Ατάραχη η Γιαγιά τον καθησύχασε και του είπε να συνεχίσει τον ύπνο του.
Η Γιαγιά Λαμπρινή πάλεψε σκληρά κατά την διάρκεια ολόκληρης της επίγειας ζωής της με τον εχθρό και τον νίκησε σε κάθε επίπεδο με την δύναμη που της έδωσε ο αγαπημένος της Ιησούς.
Για τον λόγο αυτό έχει λάβει ιδιαίτερη και μεγάλη χάρη εναντίον του και εναντίον των δόλιων και σκοτεινών ενεργειών του ιδίου και των οργάνων του...
Την μεσιτεία και την προστασία της να έχουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου