Η Γιαγιά Λαμπρινή προσευχόταν, αγρυπνούσε και νήστευε υπεράνθρωπα… μπορούσε να ζήσει με μία ελιά ή με ένα αντίδωρο την ημέρα! Η άσκησή της δεν ήταν ανθρώπινη. Ούτε και ο βίος της, όμως.Συχνότατα την έβλεπαν να ίπταται. Η προσευχή της ήταν αδιάλειπτη, πύρινη....
Ρλάχιστα περιστατικά έχουν δει μέχρι σήμερα το φως της δημοσιότητας. Μερικά από αυτά:
Όταν ξεκίνησαν οι καύσωνες το 1990 περίπου, προσευχόταν αδιάκοπα και κάποια στιγμή μετά από ώρες προσευχής στον καύσωνα, δίψασε. Τότε πήρε ένα κουταλάκι του γλυκού κι έβαλε νερό μέσα, άνοιξε το καμινέτο και το ζέστανε. Της είπαν, τι κάνεις; Τρελάθηκες; Απάντησε: οι άνθρωποι στην Αθήνα ψήνονται κι εγώ θα δροσιστώ;…
Δέχθηκε χαρίσματα ἀπό τόν Χριστό ποὺ μόνο μεγάλοι Ἅγιοι εἶχαν. Κατέβαζε μέ τίς προσευχές της τόν οὐρανό καί τούς Ἁγίους κάτω, συνομιλοῦσε μέ τήν Θεοτόκο, ἔβγαινε ἀπό τό σῶμα της καί μέ τήν ψυχή της ταξίδευε σέ Παράδεισο καί κόλαση, φθάνοντας σέ μέτρα ἀπίστευτα.
Πριν την οσιακή κοίμησή της ζήτησε από τον Κύριο να της δώσει λίγους από τους πόνους Του και τα καρφιά Του!... την χτύπησε αυτοκίνητο και έλιωσε το πόδι της, ωστόσο ζήτησε από τον γιατρό να μην της κάνει αναισθησία και του έδωσε οδηγίες πώς να "πλάσει" την άμορφη μάζα και χρησιμοποιήθηκαν καρφιά. Έλεγε ότι ήταν το δώρο του αγαπημένου της Χριστού!
Η ζωή της υπήρξε μαρτυρική. Μόνο της μέλημα το Θέλημα του Θεού. Διαρκώς έβγαινε από το σώμα, όταν την καλούσε ο Κύριος.
Δεν πατούσε στην γη, οι βιολογικές λειτουργίες είχαν ανασταλεί.
Φορούσε μόνιμα μηλωτή επί 60 χρόνια! Ντυνόταν με πολλά ρούχα χοντρά εσωτερικά για να μοιάζει με τους ανθρώπους...
Χαριτώθηκε με το προορατικό, το διορατικό, το ιαματικό, το προφητικό χάρισμα και θαυματουργεί σε όποιον της ζητήσει την μεσητεία.
Ατέλειωτο προσκύνημα γίνεται στον τάφο της όπου καταφθάνουν προσκυνητές ιδιωτικά και οργανωμένα με λεωφορεία από το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Ἡ Λαμπρινή γεννήθηκε τό 1918 στό χωριό Ἁγία Παρασκευή Ἄρτης. Οἱ γονεῖς της Σπυρίδων Δρίβας καί Θεοδώρα ἦταν ἀπό τούς πιό εὔπορους τοῦ χωριοῦ καί εἶχαν ἀλλά τρία ἀγόρια. Ἡ Λαμπρινή ἦταν ἡ μικρότερη, καί τ’ ἀδέλφια της τήν ὑπεραγαποῦσαν γιά τόν χαρακτήρα της, τό ἦθος καί τήν πολύ καλή συμπεριφορά της πρός ὅλους.
Μεγάλωσε μέ χριστιανικές ἀρχές. Ἀπό μικρή ἔμαθε νά ἀγαπᾶ τούς ἀνθρώπους καί νά ζεῖ σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τελείωσε μόνο τό δημοτικό σχολεῖο καί διάβαζε μέ πόθο τήν Ἁγία Γραφή καί ἄλλα πνευματικά βιβλία.
Διηγήθηκε ἡ ἴδια: Ἤμουν ὀκτώ χρόνων καί καθόμουν σ’ ἕνα καρεκλάκι στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ. Κρατοῦσα μία μικρή Ἁγία Γραφή, μπῆκα στόν ἐνθουσιασμό καί μοῦ ἄρεσε νά τήν διαβάζω. Εἶχα διαβάσει τό χωρίο: «Πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφὰς ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναίκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει». (Ματθ. ιθ’, 29).
Ἔτσι μπῆκε μέσα στήν καρδιά μου καί ἀγάπησα πάρα πολύ τόν Κύριο. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἄναψε ὁ πόθος γιά νά ἀκολουθήσω τήν μοναχική ζωή καί σκέφθηκα: Δέν θέλω τίποτε, οὔτε χωράφια, οὔτε περιουσίες, θά πάω γιά Μοναχή.
Τότε ἐμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου κάποιος ντυμένος μέ ἱερατικά ἄμφια καί μοῦ ἄρεσε πολύ ἡ ὄψη του, ἦταν πολύ ὄμορφη. Τόν κοιτοῦσα μέ θαυμασμό. Μοῦ εἶπε:
– Τί μέ θαυμάζεις; Καί τά χεράκια σου Ἐγώ τά ἔπλασα καί εἶσαι καί σύ ὄμορφη σάν ἐμένα.
– Ἐμένα μέ γέννησε ἡ μάννα μου καί εἶναι στήν κουζίνα. Νά τήν φωνάξω;
– Ὄχι, ἐγώ ἐσένα θέλω, καί ἔπιασε τά μαλλάκια μου. Αὐτά ποιός τά ἔπλασε;
– Ναί, μοῦ εἶπε. Τώρα τί θά κάνεις, ποιά ζωή θά ἀκολουθήσεις;
– Αὐτό τό βιβλίο μοῦ ἄναψε τόν πόθο γιά τόν μεγάλο μου Θεό θέλω νά τόν ἀπολαύσω. Αὐτός νά ἐργάζεται γιά μένα καί ἐγώ γι’ αὐτόν.
– Θά γίνεις μεγάλη, παιδί μου, καί θά ἐργασθεῖς καί σύ γιά Μένα….
Ὁ λόγος της ἦταν πάντα γιά τήν ὑπομονή. Ἔλεγε: «Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί θά περάσουμε ἐδῶ μεγάλες δοκιμασίες, ἀκόμα καί μέσα στήν ἴδια τήν οἰκογένειά μας. Θά πρέπει νά δείχνουμε ὑπομονή, ἀγάπη, καί νά κάνουμε ἐλεημοσύνες». Σέ ὅσους εἶχαν οἰκογενειακά προβλήματα τούς παρακαλοῦσε νά μή διαλύσουν τήν οἰκογένειά τους. «Ὁ πειρασμός σᾶς βάζει», ἔλεγε.
Σέ νέους ποὺ τήν ἐπισκέπτονταν συμβούλευε: «Ἀποφάσισες νά παντρευτεῖς; Θά κάνεις ὑπομονή καί ὄχι μία, ἀλλά πολλές. Νά ἐκκλησιάζεστε τακτικά, νά ἐξομολογεῖστε, νά κοινωνᾶτε καί νά προσεύχεσθε. Ὅταν κάνετε αὐτά, θά πᾶτε κοντά στόν Χριστό νά χαίρεστε γιά πάντα».
«Μεγάλη εὐλογία ἔχει ὁ ἄνθρωπος πού κάνει ἐλεημοσύνη. Ὅταν κάνετε ἐλεημοσύνη δέν θά δίνετε αὐτό πού εἶναι γιά πέταμα, ἀλλά θά δίνετε γιά τόν ξένο καί τόν φτωχό τό καλύτερο. Οἱ γονεῖς νά μήν στενοχωροῦνται πού δέν ἔχουν ν’ ἀφήσουν περιουσία στά παιδιά τους, ἀλλά νά φροντίζουν γιά τήν κατά Θεόν πρόοδό τους καί τά ὑπόλοιπα θά τά τακτοποιήσει ὁ Θεός».
Ο καθηγητής μας ο θεολόγος για μισή ώρα προσπαθούσε να μας εξηγήσει τι είναι θαύμα και στο τέλος δεν καταλάβαμε πολλά πράγματα. Η γιαγιά όταν την ρώτησα απάντησε:
Είναι πολύ απλό. «Ό,τι είναι αδύνατο για τον άνθρωπο είναι δυνατό για τον Θεό».
Η Παναγία με πήγε στην κόλαση και στον Παράδεισο
Με πήρε ύστερα η Παναγία σ’ έναν κάμπο μεγάλο όσο είναι η Άρτα. Έφθασα σε δυο δρόμους, και ρώτησα ποιόν να διαλέξω. «Όποιον θέλεις εσύ», είπε η Παναγία.
Εγώ πήρα τον ένα δρόμο. Καθώς προχωρούσα έβλεπα γλέντια, γάμους, ανδρόγυνα αγαπημένα, παιδιά, και έλεγα «τι ωραίος κόσμος είναι εδώ»!
-Αχ, έκανε η Παναγία. Έτσι γελιέται ο λαός στον κάτω κόσμο, τον πονηρό…
Άμα άκουσα αυτό δεν ήθελα να προχωρήσω αλλά η Παναγία είπε: «Θα προχωρήσουμε και μη φοβάσαι». Έτσι πήρα θάρρος και προχώρησα.
Συναντήσαμε ένα ποτάμι πύρινο πού τα κύματά του έπεφταν σε τρεις ανθρώπους δικούς μου και φώναζαν…
Η Παναγία μου είπε: «Μην στενοχωριέσαι. Αυτά εργάσθηκαν στην γη, αυτά απολαμβάνουν. Σε άκουγαν όταν τους έλεγες κάτι εσύ; Εγώ τους κάνω το καλό κάθε χρόνο και τους βγάζω από κει από την Ανάσταση μέχρι την Πεντηκοστή».
Πιο πέρα είδα ένα ποτάμι με πίσσα πού κόχλαζε. Κι εκεί έμπαιναν και έβγαιναν κεκοιμημένοι…
Όμως τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δεν λερώνονταν, παρ’ ότι κυλιόνταν μέσα στις πίσσες. Αλλά τι το θες; Καίγονται μέσα στην πίσσα. Δεν αντέχουν το κάψιμο.
Έπειτα βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο βαρέλι και με φώναξε με τ’ όνομά μου μια ψυχή από μέσα που βασανιζόταν. Προσπαθούσε να βγει και με παρακάλεσε να βρέξω το δαχτυλάκι μου να δροσιστεί λίγο το στόμα του. Τον γνώρισα από την φωνή και του είπα:
– Αυτού μέσα είσαι, ωρέ; Αυτά εργάστηκες στην ζωή; Δεν θυμάσαι εκεί έξω από την Παρηγορήτρια στην Άρτα, εσύ γύριζες από την λαϊκή και εγώ από την Εκκλησία μου και με κορόϊδευες γιατί πιστεύω σ’ αυτά, στην κόλαση και στον παράδεισο, και έλεγες ότι άμα πεθάνει ο άνθρωπος, πάει όπως το πρόβατο, χάνεται; Και αλλά πολλά σου έλεγα για την κόλαση και τον παράδεισο, δεν τα θυμάσαι;
– Τα θυμάμαι αλλά τώρα είναι αργά. Φώναξε όσο μπορείς, όσο ζεις, να έρθει κανείς κοντά σου, να αποφύγει αυτήν εδώ την κόλαση.
– Τι να κάνει κοντά μου αφού και ‘γώ δεν ξέρω. Εσύ πόσες φορές με κόλαζες όταν σε συναντούσα;
– Όχι, εσύ δεν έφαγες, δεν άλλαξες, δεν ντύθηκες, δεν γλέντησες, αγωνίστηκες και ξέρεις…
Εμένα,( έλεγε η Λαμπρινή ), μετά απ’ αυτά, τον πόνεσε η ψυχή μου. Ήμουν ευαίσθητη στον πόνο των άλλων και, αν άκουγα ότι κάποιος πεινάει, δεν έτρωγα και εγώ και αν μπορούσα του πήγαινα φαγητό. Τώρα όμως σκεφτόμουν να του δώσω λίγο νερό με το δάχτυλο μου ή όχι;
Η Παναγία μου είπε ότι, αν δώσω, θα με κάψει την μισή πλευρά του χεριού μέχρι πάνω στον ώμο. Μόλις τ’ άκουσα αυτό κοντοστάθηκα, όμως τον λυπόμουν τον άνθρωπο εκεί μέσα. Παρακάλεσα τότε την Παναγία να το βρέξω και να το δώσω λίγο. Τι να σου πω; Θα καεί το χέρι σου. Αφού το θέλεις τόσο πολύ, βάλτο λίγο, όμως και εγώ θά’ μαι στο πλευρό σου».
-«Ναι το θέλω, ψυχή είναι κι αυτή. Μπορεί και εγώ να πάθω τα ίδια».
-«Μη γένοιτο», μου είπε.
Τό’ βαλα τότε και κάηκε το χέρι μου. Με πονούσε, το φυσούσα, αλλά τίποτε. Από τότε το δάχτυλο δεν το δουλεύω είναι σκληρό. Και να το κόψεις δεν το νιώθω…
«Αυτά πού είδες εδώ δεν πρέπει να σε αναλώσουν σε στενοχώρια αλλά να βάλεις όλη την δύναμή σου να τα πεις σε άλλους ζώντες και να βοηθήσεις ψυχές πού ποθούν τον Ουρανό».
Φεύγοντας είπε η Παναγία:
«Ευλογημένοι να είστε μέχρι την Δευτέρα Παρουσία που θάρθει ο Υιός μου», και φύγαμε.
Μετά πήγαμε στον καλό τον κόσμο. Εκεί χαιρόσουν να βρίσκεσαι. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς. Συνάντησα πολλά ζευγάρια πού έζησαν αγαπημένα. Ήθελε να μου δείξει και άλλους, αλλά της είπα «όχι νέους, γιατί στενοχωριέμαι να πεθαίνουν νέοι».
Η Παναγία μου είπε «όχι νέους, αλλά γέρους, διότι οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν γέροι. Τους άλλους τους παίρνουμε νέους για να γλυτώσουν από τις αμαρτίες πού θα πέσουν».
Συναντήσαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Μου είπε η Παναγία: «Τώρα έρχεται και ο γιός τους, ταξιδεύει». Μόλις είχε πεθάνει και ανέβαινε η ψυχή του. Σηκώθηκε τότε ο γέρος και προσευχήθηκε στον Εσταυρωμένο πού δέσποζε πιο πέρα και είπε:
«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που πήρες τον γιό μου σε ώριμη ηλικία και τον φέρνεις εδώ». Τον ευχαρίστησε και η γριά. «Αμήν», ακούστηκε από τον Σταυρό. Ο γέρος και η γριά ξανακάθισαν στις πολυθρόνες τους πού ήταν χρυσαφένιες, όλες ήταν χρυσαφένιες. Μπροστά τους σ’ ένα τραπεζάκι είχε ο καθένας τους μια πιατέλα που έτρωγαν.
Εγώ σκέφτηκα «τι τρώνε;» Και μου απήντησαν: «Εκείνο που μας φέρνετε εσείς στην προσκομιδή τρώμε». Η τροφή τους ήταν ένα σαν το αντίδωρο και κρασί. Τα κρεβάτια τους ήταν ολόχρυσα, ωραιότατα.
Για τις παρθένες υπήρχε άλλος ξεχωριστός τόπος, το παρθενικό σπίτι. Εκεί είδα και γνωστές μου, αλλά δεν μου μίλησαν.
Ύστερα η Παναγία μου είπε: «Θα φύγουμε τώρα και θα περάσουμε να δούμε έναν άνθρωπο πού ήρθε εδώ μετά από πολυχρόνιο ασθένεια. Αυτός ήταν πολύ αμαρτωλός, αλλά ξεπλύθηκε από την ασθένεια του. Υπέμεινε αγόγγυστα την αρρώστια του. Το κρεββάτι του βέβαια δεν ήταν όμοιο με των άλλων, αλλά κοπιασμένο από τους κόπους που υπέμεινε.
Μου είπε τότε αυτός: «Ναι, έτσι είναι όπως τα λέει η μάννα μας (Παναγία). Έλυωσα στο κρεββάτι μου, έχυσα όλο το αίμα μου σ’ αυτό το κρεββάτι. Αυτά που πέρασα μόνο το κρεββάτι αυτό τα γνωρίζει και η μητέρα μου που με φύλαγε και στεκόταν στο προσκέφαλο μου.
Ύστερα η Παναγία συνέχισε: Όλοι οι άνθρωποι ναρθούν εδώ. Ας πονέσουν λίγο στην γη.
Στη γη υπάρχουν πολλοί πειρασμοί. Μόνο την ψυχή σας να φυλάξετε από αμαρτίες. Όποιος θυσιαστεί για τον Υιό μου θα απολαύσει όλα αυτά τα αγαθά. Όσοι θα εργασθούν για μένα κάτω στην γη θαρθούν στον Παράδεισο. Αυτά τα αγαθά, χαρά σ’ όποιον τ’ απολαύσει. Όμως τώρα λίγοι έρχονται. Χάλασε ο κόσμος…»
Προφητικά λόγια της Γερόντισσας Λαμπρινής Βέτσιου
«Η Ελλάδα, μια ώρα, οικονομικά θα πέσει έξω! Τα λεφτά θα εξευτελιστούν. Τυχεροί όσοι θα έχουν χρυσό (ως μέσο συναλλαγής) και ένα κομμάτι γης».
Τό 1990 μου είπε η γερόντισσα για το σπίτι μου :
-«Τι το θες παιδί μου τόσο μεγάλο σπίτι; Θα έρθει καιρός που θα βάλουν φόρο και στα βήματά σας μέσα σ’αυτό, και στα άτομα που θα είστε μέσα»!
(Τώρα έχουμε τεκμήριο διαβίωσης – φορολόγηση τετ. μέτρων και το χαράτσι).
-Τυχεροί όσοι θα μένουν σε καλύβες (μικρά σπιτάκια). Τα αυτοκίνητα θα τα αράξει ο κόσμος στις αυλές του!! Αν έχεις δουλειά θα δουλεύεις όλη μέρα, το μισό μεροκάματο θα το δίνεις για βενζίνη για να πάς στη δουλειά σου και το υπόλοιπο να ταΐσεις τα παιδιά σου και αν φτάσουν για να φάνε… Την αποθήκη που βάζει ο πατέρας σου το χόρτο για τα ζώα θα σε παρακαλάνε για να μείνουν μέσα!
Γεμάτος έκπληξη της είπα.
-Βρε γιαγιά, έχει ποντίκια μέσα!
Η γιαγιά όμως μου είπε:
– Όταν κάποιος δεν έχει που να βάλει την οικογένειά του, τα ποντίκια θα υπολογίσει; Αφού έριξε μια ματιά στον ουρανό με κοίταξε και μου είπε:
– Θα είναι άτομα από την Αθήνα και από άλλα μέρη, και από νησιά θα έρθει κόσμος!
– Πότε θα γίνουν αυτά γιαγιά;
-Δεν θα ζω εγώ τότε!
Είπε επίσης, το 1990:
-Θα σας αναγκάσουν να πάρετε μια κάρτα-ταυτότητα. Θα κάνετε όλες τις συναλλαγές σας με αυτή. Να μη την πάρετε, είναι του Αντιχρίστου. Όποιος την πάρει αμέσως ξεβαπτίζεται.
Είπε επίσης ότι θα αναγκάσουν τον κόσμο να πάρει τη κάρτα με διάφορους τρόπους. Αυτές, είπε, θα βγουν στον Βόλο.
–Τα πράγματα θα αλλάξουν, δεν θα είναι όπως τώρα. Θα έρθει μεγάλη φτώχεια! Θα πουν, είσαι μακροχρόνια άνεργος, δικαιούσαι ένα βοήθημα οικονομικό, για να το πάρεις όμως θα πρέπει να έχεις την κάρτα-ταυτότητα. Εκεί θα εξαπατηθούν πολλοί… Σκέψου ένα πατέρα με τρία παιδιά που έχουν τρεις μέρες να φάνε. Θα τρέχει αμέσως να πάρει τη κάρτα, για να αγοράσει λίγα μακαρόνια, λίγα φασόλια… ( Εδώ ίσως δεν μιλάει για απλή τραπεζική κάρτα, αλλά για μια (υπερ) κάρτα-ταυτότητα).
***
Προφητείες της γερόντισσας Λαμπρινής Ασκήτρια με μεγάλες νηστείες, με καθημερινές αγρυπνίες, με συνεχή μελέτη και προσευχή. Αγαπούσε τον Χριστό, μιλούσε συνέχεια γι’ Αυτόν και όλα τα κύτταρα του σώματος της ανέδιναν Χριστό. Βοηθούσε τους ανθρώπους με την χάρη πού είχε. Είδε απ’ αυτή την ζωή τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ενώ προσευχόταν ερχόταν ενίοτε ο Χριστός, η Παναγία και άλλοι Άγιοι και συνομιλούσαν.
Έλεγε σε άτομα που ήταν κοντά της ή σε προσκυνήματα που πήγαινε:
-Έρχεται μεγάλη φτώχεια. Ο ιδιωτικός τομέας θα σβήσει τελείως. Μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι θα αντέξουν γιατί θα έχουν ένα μικρό σταθερό μισθό.
-Η Ελλάδα μέσα στο έδαφός της έχει πολύ πλούτο, τόσο που εμείς οι Έλληνες έπρεπε να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε.
–Δεν υπάρχει ένας κυβερνήτης να αγαπάει πραγματικά την Ελλάδα.
-Θα έχουμε και φασαρίες. Θα είσαι στο δρόμο με το αυτοκίνητό σου, θα πέφτουν καμιά δεκαριά άτομα πάνω σου, θα σε βγάζουν έξω και θα σου αρπάζουν ό,τι πολύτιμο έχεις. Θα σου παίρνουν το αυτοκίνητο και θα φεύγουν και δε θα τολμάς να μιλήσεις.
-Γιαγιά, δε θα υπάρχει αστυνομία;
-Δε θα λειτουργεί τίποτα τότε, παιδί μου.
-Θα βλέπετε ανθρώπους να πρήζονται και να πέφτουν κάτω από την πείνα. Αν μας ζητήσουν λίγη τροφή από αυτήν που έχουμε και δε δώσουμε και αυτός φεύγοντας πέσει και πεθάνει από την πείνα, είμαστε κι εμείς συνένοχοι στο θάνατό του.
-Ένα ωραίο πρωί θα βρείτε τις τράπεζες κλειστές.
-Σε ένα προσκύνημα τη ρώτησε μια γυναίκα τη γιαγιά.
–Πότε θα γίνουν αυτά που λες;
–Όταν θα κλείσω τα ματάκια μου* θα μετρήσετε είκοσι χρόνια αλλά όχι μόνο για την Ελλάδα, για όλον τον κόσμο. Θα είστε ένα αλαλούμ.
-Για την Τουρκία είπε:
-Όπως πρέπει να σκεπτόμαστε καθημερινά το θάνατο, έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε και τον Τούρκο. Είναι πονηρός, άτιμος και ύπουλος. Θα μπει βράδυ μέσα.
-Οι άνθρωποι θα γίνουν εγωιστές, οξύθυμοι, χωρίς συναισθήματα.
-Θα έρθει καιρός που θα σκέπτεστε να ανάψετε το φως**. Πολλοί θα βγάλουν και λυχνάρια.
-Θα σας επιβάλουν, να βάλετε κι άλλες οικογένειες στα σπίτια σας. Να προσεύχεστε να είναι Χριστιανοί, γιατί αλλιώς θα περάσετε πολλά δεινά.
-Θα δείτε τέτοια πείνα που δεν έχει ξανάρθει σε όλον τον κόσμο. Ο Κύριος δε θα εξαφανίσει το λάδι και το κρασί***.
Θα βγάζετε τα λουλούδια από τις γλάστρες και θα φυτεύετε σιτάρι, καλαμπόκι και ντομάτες.
*Η γερόντισσα κοιμήθηκε 17/10/2002. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό της διαφαίνεται ήδη η εκπλήρωση κάποιων προφητειών της, τουλάχιστον των σχετικών με την πείνα.
**Ας θυμηθούμε και την προφητεία της Οσίας γερόντισσας Μακαρίας:
«Δεν θα σας αφήνουν να ανάψετε τα φώτα. Θα λένε ότι πρέπει να κάνετε οικονομία στην ενέργεια» (Προφητείες της Οσίας γερόντισσας Μακαρίας)
***Προφανώς αναφέρεται στο κεφ. στ’, 6 της Αποκάλυψης, όπου κάνει λόγο για τη μεγάλη αύξηση στις τιμές των τροφίμων για τον άνθρωπο (σιτάρι) και των ζωοτροφών (κριθάρι):
6,6 καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου· καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον μὴ ἀδικήσῃς.
6,6 Και άκουσα σαν μια φωνή από το μέσο των τεσσάρων γεμάτων ζωή όντων να λέει. Ένας χοίνικας σιτάρι για ένα δηνάριο, και τρεις χοίνικες κριθάρι για ένα δηνάριο• αλλά το λάδι και το κρασί μην τα πειράξεις.
REPORT THIS ADPRIVACY
***
7 Σεπ.2002: Επισκέφτηκα την γερόντισσα στο σπιτάκι της. Ήταν 11 το πρωί.
–Έλα, και σε περίμενα μου είπε. Σε λίγες μέρες θα φύγω από τη ζωή. Δεν ξέρεις με πόση χαρά περιμένω αυτήν την στιγμή!
Μου έδωσε κάποιες συμβουλές, όπως να νηστεύω Τετάρτη και Παρασκευή, να μην δουλεύω στις αργίες, να πηγαίνω όσο μπορώ σε αγρυπνίες και άλλα πολλά. Ύστερα μου είπε: Όταν με χρειάζεσαι να έρχεσαι στον τάφο μου. Εκεί θα είναι πλέον το σπίτι μου. Θα ζητάς την βοήθειά μου για να μεσιτεύω στον Κύριο. Αρκεί αυτά που θα μου ζητάς να είναι σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου».. Της ζήτησα να μου εξηγήσει κάποια πράγματα που έλεγε στο παρελθόν. Τότε ήταν μεταβατική περίοδος, από δραχμή στο ευρώ. Αναφέρω το διάλογο μεταξύ μας.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιαγιά έχω μια διαφωνία μαζί σου. Είχες πει κάποτε ότι η Ελλάδα θα πέσει έξω οικονομικά και τα λεφτά θα χαθούν μια ώρα! Πριν λίγες μέρες μπήκαμε στο ευρώ, είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ευρώ είναι ισχυρό νόμισμα όπως το δολάριο!
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αυτό το νόμισμα είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα που δεν είναι ευλογημένο από το Θεό. Αυτό το νόμισμα έγινε για να εξυπηρετήσει κάποιους σκοπούς του σκότους!! Θα τους δεις λίγα χρόνια αργότερα! Πέντε χρόνια θα περνάει καλά ο κόσμος και μετά έρχεται ο κατήφορος! Θα έχετε όλα τα καλά μπροστά σας, αλλά δεν θα μπορείτε να τα αποκτήσετε… Τα παλιά σου ρούχα δεν θα τα πετάς, να τα βάλεις κάπου να τα φυλάς… Δεν θα μπορεί ο κόσμος να αγοράζει καινούργια ρούχα…
Έρχεται μεγάλη φτώχεια… Θα αναγκαστείς να φοράς τα παλιά σου ρούχα και θα λες «είχα εγώ τόσο ωραία ρούχα»; Δεν θα μπορείτε να φτιάξετε τίποτα! Όποιος πρόλαβε και έφτιαξε σπίτι πρόλαβε.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιαγιά λες ότι έρχεται φτώχεια! Τι είδους φτώχεια έρχεται;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θα τρως ξερό ψωμί στο σπίτι σου και ο γείτονας θα σε ζηλεύει γιατί αυτός δεν θα έχει!!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Δηλαδή θα είναι όπως στη Κατοχή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Χειρότερα από τότε! Ο ιδιωτικός τομέας θα σβήσει και οι δουλειές θα χαθούν, μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι θα αντέξουν, όχι ότι θα παίρνουν πολλά λεφτά αλλά απλώς θα έχουν το σταθερό. Φαντάσου ένα παιδί που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα με το πρωινό του, το μεσημεριανό του, το βραδινό του και αναγκαστικά θα έρθει στο χωριό του, να τρώει ένα κομμάτι καλαμποκίσιο ψωμί και ένα αυγό τηγανιτό και αυτή μπορεί να είναι η τροφή του για όλη τη μέρα!…
Θα περιποιείσαι το κήπο σου, και όταν θα περνάει κάποιος στο δρόμο, θα βλέπει τον κήπο σου, θα παίρνει φόρα, θα ρίχνει το φράχτη και δε θα μπορείς να τον σταματήσεις! Θα λέει, φίλε πεινάω, πεινάνε τα παιδιά μου, για τέτοιες καταστάσεις μιλάμε, και έδειξε ταραγμένη!…
Παιδιά σπάνια θα γεννιούνται, θα δεις ζευγάρια να είναι πολλά χρόνια μαζί και δεν θα παντρεύονται! Όχι γιατί δε θα θέλουν, αλλά δεν θα μπορούν, γιατί θα μένουν από δουλειά και μέχρι να ξαναβρούν θα περνά μεγάλο χρονικό διάστημα. Και αν κατά λάθος κάνουν κάνα παιδί θα παντρεύονται με ένα απλό χαρτί.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Εννοείς γιαγιά, πολιτικό γάμο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είπα απλό χαρτί. (Σήμερα έχουμε το χαρτί της συμβίωσης). Θα πέσει γκρίνια στο κόσμο, θα δεις σπίτια να καίγονται από μέσα, και απ’ έξω αυτό να μη φαίνεται. Θα βλέπεις οικογένειες στην κοινωνία να φαίνονται αγαπημένες, και μέσα στο σπίτι τους να τρώγονται σαν τα σκυλιά! Αυτά μου τα είπε ο Κύριος, είπε η γιαγιά.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Και κάθε πότε σε επισκέπτεται ο Κύριος γιαγιά;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ανάλογα, άλλες φορές πιο συχνά, άλλες πιο αραιά. Περίπου μια φορά τη βδομάδα έρχεται εκεί που προσεύχομαι!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Όταν σου μιλά ο Κύριος γιαγιά, σε ποιά γλώσσα σου μιλάει;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στη γλώσσα που είναι γραμμένα τα Ευαγγέλια!
...Θα γίνονται εκλογές και δεν θα έχουμε κυβέρνηση! Θα έρθει καιρός που θα μας φέρουν άτομο απ’ έξω να μας κυβερνήσει. Θα μας φέρουν και Βασιλιά!
Αμέσως ρώτησα τη γιαγιά… Το Σύνταγμά μας δεν επιτρέπει βασιλιά…
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Και ποιος είναι αυτός που θα υπολογίσει Σύνταγμα; Ο Κύριος έχει (προσωρινά) αποστρέψει το πρόσωπό του από εμάς τους Έλληνες.
Όταν τα παιδιά έδιναν Πανελλήνιες εξετάσεις προσευχόμουν συνέχεια για αυτά. Τότε παρουσιάστηκε ο Κύριος μπροστά μου στενοχωρημένος, ( διηγείται η γιαγιά ) γιατί οι άνθρωποι δεν κάνουν προσευχή.
Μου είπε ο Κύριος:
–Δεν ζητάω πολλά από τους ανθρώπους, έστω λίγη προσευχή σε Μένα γιατί δεν κάνουν; Από τα παιδιά δεν ζητάω πολλά, καταλαβαίνω την αγωνία τους και το κόπο τους! Όλη μέρα σχολείο και διάβασμα, αλλά για Μένα τίποτα!
Από τα παιδιά θέλω έστω 10΄ λεπτά προσευχή την ημέρα για Μένα! Έχω δώσει τα πάντα στους ανθρώπους! Μέχρι να μιλάει και να βλέπει ο γονιός το παιδί του που είναι στην άλλη άκρη της γης! Αλλά αυτοί συνεχίζουν να προσκυνούν «αυτόν» ( και μου έδειξε τον διάβολο που στεκόταν έξω από το σπίτι μου!) Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει, μόνον αυτούς θα σώσω. Και από τον αέρα που θα αναπνέουν θα χορταίνουν! Έλεγε ότι μας περιμένουν πολύ δύσκολα χρόνια. Λυπόταν τα μικρά παιδιά και έλεγε: «Αν ήξεραν τι θα περάσουν»!. Αλλά αμέσως συμπλήρωνε: «Έχει ο Θεός. Θα οικονομήσει για τους Χριστιανούς». Περισσότερα, έλεγε, δεν την άφηνε ο Χριστός να ειπεί …
Γιαγιά Λαμπρινή πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου