Γιαγιά Λαμπρινή: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Τις παλιές εποχές οι άνθρωποι στα χωριά ήταν απλοί, αγράμματοι αλλά με άδολες καθαρές ψυχές. Σιγά - σιγά όμως η διαφθορά και η πνευματική σήψη έφτασαν παντού.
Οι ψυχές απομακρύνθηκαν, ο φθόνος, η κακεντρέχεια, η αδιαλλαξία γέμισαν τις καρδιές και η κυρίαρχη στάση ζωής προσδιορίστηκε από τον ατομικισμό και την σύγχυση.
Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα αγνές ψυχές, κοντά στον Θεό και οι προσευχές τους κρατούν τον κόσμο…
Όταν η μικρή Λαμπρινή ήταν 5,5 ετών, δεν είχε κλείσει τα 6 της χρόνια, εκκλησιαζόταν αδιαλείπτως στον Ιερό Ναό του χωριού Αγία Παρασκευή Άρτας και ο Ιερέας είχε προσέξει τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα του μικρού κοριτσιού. Επειδή η ευλαβεστάτη μητέρα της Λαμπρινής, Θεοδώρα Δρίβα κατασκεύαζε κεριά από καθαρό κερί στο σπίτι, από τα μελίσσια τους, συνήθιζε να πηγαίνει δέσμες από αυτά στο Ναό, οπότε δεν αγόραζε κερί, χρησιμοποιούσε τα δικά της. Το γεγονός αυτό γινόταν αιτία ανησυχίας για την μικρή Λαμπρινή.
–Μητερούλα, της έλεγε, όταν πάς κάπου, στον κινηματογράφο ή σε κάποιο χώρο, δεν πληρώνεις εισιτήριο; Εδώ στην Οικία του Θεού, στο παλάτι Του, πώς μπαίνεις με αυτό τον τρόπο; Πρέπει να αφήνουμε χρήματα και να παίρνουμε κερί, όπως επιτάσσει η Εκκλησία, αυτό το τυπικό έχει οριστεί για το Ναό…
Σιωπηλή μα ευγνώμων η κυρία Θεοδώρα, αντιλαμβανόταν με τις επίσης πνευματικές της δυνάμεις πως το παιδί της ηύξανε εν Πνεύματι Αγίω… Μία από αυτές τις Κυριακές, ο Ιερέας περίμενε την Λαμπρινή να κοινωνήσει, μα εκείνη αργούσε. Την πήρε κατά μόνας και προσπάθησε να την «ανακρίνει»…
Τι έχεις Λαμπρούλα μου; Τι σου συμβαίνει; ρωτούσε επανειλημμένα. Κάτω από την πίεση το παιδί του απάντησε: Σε είδα Παππούλη, σε είδα μέσα στο Φως. Σε σκέπασε ολόκληρο. Ολόκληρος Ήλιος ήταν. Είδα μικρά πανέμορφα παιδάκια να πετούν κυκλικά γύρω σου. Ήταν πολύ ωραία… Εσύ όμως, δεν τα έκανες όλα καλά! Δεν τα έκανες καλά! Πήρες το φωτεινό μωράκι και το μάτωσες! Το έκοψες και το πίεζες με τα χέρια σου και έτρεχε αίμα! Δεν τα έκανες καλά, Παππούλη! Γιατί το έκανες αυτό;;
Ο Ιερέας άφωνος, συγκλονισμένος, με δάκρυα στα μάτια, κοιτούσε μια την Λαμπρούλα και μια το Αρνίον μέσα στο Αρτοφόριο…
Πολλά χρόνια αργότερα, επισκέφθηκε το σπίτι της Γιαγιάς πια Λαμπρινής Βέτσιου στα Καλομόδια της Άρτας, μια γειτόνισσά της. Η Γιαγιά έλειπε. Οι πόρτες τότε στα χωριά δεν κλείδωναν, δεν υπήρχε φόβος, όπως τώρα. Μπαίνοντας λοιπόν η γειτόνισσα στο σπίτι είδε πάνω στο τραπεζάκι της κουζίνας ένα ταψί με αχνιστό ψωμί –την λεγόμενη «κουλούρα»- από καλαμποκίσιο αλεύρι… τότε ήταν στην καθημερινότητα των σπιτιών η κατασκευή του πυκνού χορταστικού ψωμιού που έθρεψε γενιές. Η κουλούρα δεν ήταν σκεπασμένη, προφανώς για να κρυώσει. Η γειτόνισσα πήρε μια πετσέτα και σκέπασε το ψωμί για προστασία. Γυρίζοντας να φύγει, έμεινε εμβρόντητη...
Πάνω στο κρεβατάκι της Γιαγιάς βρισκόταν ένα μικρό λευκό Αρνάκι που αναπαυόταν ήρεμο και την κοίταζε… ακριβώς κάτω από την μεγάλη Εικόνα του ΧΡΙΣΤΟΥ!
Η γειτόνισσα προβληματίστηκε. - Μα, καλά αναρωτήθηκε, έχει αρνιά μέσα στο σπίτι η Λαμπρινή;… Βρε, θα φάει το ψωμί! Τι να κάνω; Θα το βάλω στο ντουλαπάκι, σκέφτηκε και μετά θα φωνάξω την Γιαγιά…
Αμέσως παίρνει το ψωμί και το βάζει στο ντουλάπι. Καθησυχασμένη αλλά απορημένη, γυρίζει να δει το αρνάκι… άφαντο αυτό! η πόρτα πίσω της ήταν κλειστή…
-Τι έγινε τώρα; Απόρησε… έψαξε παντού, τίποτα.
Αναστατωμένη βγαίνει από το σπιτάκι και προχωρά προς την πίσω αυλή, όπου υπέθεσε πως θα καθόταν η Γιαγιά με παρέα. Πράγματι, είδε την ομήγυρη και ρωτάει αμέσως: - Λαμπρινή, από πότε βάζεις αρνάκια μέσα στο σπίτι;; Έχεις και την κουλούρα ξέσκεπη και ζεστή πάνω στο τραπέζι, θα σου την φάνε! Την έβαλα στο ντουλάπι. Γιατί βάζεις αρνάκια μέσα; Φοβάσαι μην φύγουν; Αφού έχεις χώρο έξω…
Η Γιαγιά δεν μίλησε. Μία συγγενής της είπε, «για ποια αρνάκια μιλάς; Δεν έχουμε ζώα πουθενά εδώ, δίπλα ζεις, δεν το ξέρεις»;
Η γειτόνισσα μέσα στην αθωότητά της, επέμενε: Αφού το είδα με τα μάτια μου… από πού βγήκε έξω; Είδατε εδώ κανένα λευκό αρνάκι;;…
«Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»…
Ευχαριστούμε τους αγαπημένους της, Αποστόλη και Μαρία…



