Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

«Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»…

 

  Γιαγιά Λαμπρινή: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ 

 


   Τις παλιές εποχές οι άνθρωποι στα χωριά ήταν απλοί, αγράμματοι αλλά με άδολες καθαρές ψυχές. Σιγά - σιγά όμως η διαφθορά και η πνευματική σήψη έφτασαν παντού.

Οι ψυχές απομακρύνθηκαν, ο φθόνος, η κακεντρέχεια, η αδιαλλαξία γέμισαν τις καρδιές και η κυρίαρχη στάση ζωής προσδιορίστηκε από τον ατομικισμό και την σύγχυση.

  Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα αγνές ψυχές, κοντά στον Θεό και οι προσευχές τους κρατούν τον κόσμο…

Όταν η μικρή Λαμπρινή ήταν 5,5 ετών, δεν είχε κλείσει τα 6 της χρόνια, εκκλησιαζόταν αδιαλείπτως στον Ιερό Ναό του χωριού Αγία Παρασκευή Άρτας και ο Ιερέας είχε προσέξει τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα του μικρού κοριτσιού. Επειδή η ευλαβεστάτη μητέρα της Λαμπρινής, Θεοδώρα Δρίβα κατασκεύαζε κεριά από καθαρό κερί στο σπίτι, από τα μελίσσια τους, συνήθιζε να πηγαίνει δέσμες από αυτά στο Ναό, οπότε δεν αγόραζε κερί, χρησιμοποιούσε τα δικά της. Το γεγονός αυτό γινόταν αιτία ανησυχίας για την μικρή Λαμπρινή.

 –Μητερούλα, της έλεγε, όταν πάς κάπου, στον κινηματογράφο ή σε κάποιο χώρο, δεν πληρώνεις εισιτήριο; Εδώ στην Οικία του Θεού, στο παλάτι Του, πώς μπαίνεις με αυτό τον τρόπο; Πρέπει να αφήνουμε χρήματα και να παίρνουμε κερί, όπως επιτάσσει η Εκκλησία, αυτό το τυπικό έχει οριστεί για το Ναό…

 Σιωπηλή μα ευγνώμων η κυρία Θεοδώρα, αντιλαμβανόταν με τις επίσης πνευματικές της δυνάμεις πως το παιδί της ηύξανε εν Πνεύματι Αγίω… Μία από αυτές τις Κυριακές, ο Ιερέας περίμενε την Λαμπρινή να κοινωνήσει, μα εκείνη αργούσε. Την πήρε κατά μόνας και προσπάθησε να την «ανακρίνει»…

Τι έχεις Λαμπρούλα μου; Τι σου συμβαίνει; ρωτούσε επανειλημμένα. Κάτω από την πίεση το παιδί του απάντησε: Σε είδα Παππούλη, σε είδα μέσα στο Φως. Σε σκέπασε ολόκληρο. Ολόκληρος Ήλιος ήταν. Είδα μικρά πανέμορφα παιδάκια να πετούν κυκλικά γύρω σου. Ήταν πολύ ωραία… Εσύ όμως, δεν τα έκανες όλα καλά! Δεν τα έκανες καλά! Πήρες το φωτεινό μωράκι και το μάτωσες! Το έκοψες και το πίεζες με τα χέρια σου και έτρεχε αίμα! Δεν τα έκανες καλά, Παππούλη! Γιατί το έκανες αυτό;;

Ο Ιερέας άφωνος, συγκλονισμένος, με δάκρυα στα μάτια, κοιτούσε μια την Λαμπρούλα και μια το Αρνίον μέσα στο Αρτοφόριο…

 

  Πολλά χρόνια αργότερα, επισκέφθηκε το σπίτι της Γιαγιάς πια Λαμπρινής Βέτσιου στα Καλομόδια της Άρτας,  μια γειτόνισσά της. Η Γιαγιά έλειπε. Οι πόρτες τότε στα χωριά δεν κλείδωναν, δεν υπήρχε φόβος, όπως τώρα. Μπαίνοντας λοιπόν η  γειτόνισσα στο σπίτι είδε πάνω στο τραπεζάκι της κουζίνας ένα ταψί με αχνιστό ψωμί –την λεγόμενη «κουλούρα»-  από καλαμποκίσιο αλεύρι… τότε ήταν στην καθημερινότητα των σπιτιών η κατασκευή του πυκνού χορταστικού ψωμιού που έθρεψε γενιές. Η κουλούρα δεν ήταν σκεπασμένη, προφανώς  για να κρυώσει. Η γειτόνισσα πήρε μια πετσέτα και σκέπασε το ψωμί για προστασία. Γυρίζοντας να φύγει, έμεινε εμβρόντητη...

Πάνω στο κρεβατάκι της Γιαγιάς βρισκόταν ένα μικρό λευκό Αρνάκι που αναπαυόταν ήρεμο και την κοίταζεακριβώς κάτω από την μεγάλη Εικόνα του ΧΡΙΣΤΟΥ!

 Η γειτόνισσα προβληματίστηκε. - Μα, καλά αναρωτήθηκε, έχει αρνιά μέσα στο σπίτι η Λαμπρινή;… Βρε, θα φάει το ψωμί! Τι να κάνω; Θα το βάλω στο ντουλαπάκι, σκέφτηκε και μετά θα φωνάξω την Γιαγιά…

Αμέσως παίρνει το ψωμί και το βάζει στο ντουλάπι. Καθησυχασμένη αλλά απορημένη, γυρίζει να δει το αρνάκι… άφαντο αυτό!  η πόρτα πίσω της ήταν κλειστή

-Τι έγινε τώρα; Απόρησε… έψαξε παντού, τίποτα.

Αναστατωμένη βγαίνει από το σπιτάκι και προχωρά προς την πίσω αυλή, όπου υπέθεσε πως θα καθόταν η Γιαγιά με παρέα. Πράγματι, είδε την ομήγυρη και ρωτάει αμέσως: - Λαμπρινή, από πότε βάζεις αρνάκια μέσα στο σπίτι;; Έχεις και την κουλούρα ξέσκεπη και ζεστή πάνω στο τραπέζι, θα σου την φάνε! Την έβαλα στο ντουλάπι. Γιατί βάζεις αρνάκια μέσα; Φοβάσαι μην φύγουν; Αφού έχεις χώρο έξω…    

   Η Γιαγιά δεν μίλησε. Μία συγγενής της είπε, «για ποια αρνάκια μιλάς; Δεν έχουμε ζώα πουθενά εδώ, δίπλα ζεις, δεν το ξέρεις»;

Η γειτόνισσα μέσα στην αθωότητά της, επέμενε: Αφού το είδα με τα μάτια μου… από πού βγήκε έξω; Είδατε εδώ κανένα λευκό αρνάκι;;…                                                                   

 «Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»…

 

Ευχαριστούμε τους αγαπημένους της, Αποστόλη και Μαρία…

 

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Γιαγιά Λαμπρινή: «Οι ουράνιοι γιατροί τελείωσαν. Εσείς γιατί καθυστερείτε;»...


 

   Η Γιαγιά Λαμπρινή πάλευε διαρκώς με τον εχθρό. Οι επιθέσεις που δεχόταν ήταν συνεχείς και θυμίζουν τον αγώνα των ερημιτών. 

 Είχε λάβει την χάρη των μαρτύρων. Η αγάπη Της για Εκείνον κινείτο στα πλαίσια της ορθόδοξης πνευματικότητας των
μεγάλων  μορφών  της πίστεως που έζησαν και έδειξαν τον θείον έρωτα μέσα από τη ζωή και την αφοσίωσή τους στο Πρόσωπο του Ιησού.

Μάλιστα, λίγα χρόνια πριν φύγει ζητούσε από τον Κύριο να νοιώσει, να δοκιμάσει  τα καρφιά Του. Κάποια στιγμή, προετοίμασε τους δικούς της πως κάτι θα συμβεί. 

 Σε συζήτηση με το πνευματικοπαίδι της Ανδρέα, ανέφερε: στενοχωρούμαι παιδί μου, διότι πλησιάζει ο καιρός να φύγω από την ζωή και δεν πόνεσα όπως πόνεσε ο Κύριος όταν του έβαλαν τα καρφιά. Σκέφτομαι, πώς θα φύγω να πάω να συναντήσω τον Κύριο, χωρίς να πονέσω όπως πόνεσε Εκείνος για μένα. Παρακαλώ στην προσευχή μου τον Κύριο να περάσω κι εγώ λίγο από το μαρτύριό Του, να πονέσω όπως Αυτός. Και χθες το βράδυ παρουσιάστηκε μπροστά μου και μου είπε "θα σου το κάνω αυτό που ζητάς"!... Δηλαδή θα μου βάλουν κι εμένα καρφιά στο σώμα μου όπως σ΄Εκείνον! Είμαι πολύ χαρούμενη! 

  Ο Ανδρέας θορυβημένος διαμαρτυρήθηκε έντονα: Μα, Γιαγιά, δεν γίνονται διωγμοί τώρα... Του απάντησε η Γιαγιά: Θα βρει τρόπο ο Κύριος να γίνει αυτό!... 

 Είχε την ευλαβή συνήθεια να ανάβει τα καντηλάκια στα εικονοστάσια του δρόμου, ιδιαίτερα στο εικονοστάσι του Αγίου Παντελεήμονα, το οποίο βρισκόταν σε μια επικίνδυνη  στροφή. Ένα βράδυ ο διάβολος, μη αντέχοντας να του χαλάει τα σχέδια με τη προσευχή της χρησιμοποίησε ένα άνθρωπο ως όργανο του. Την ώρα που άναβε το καντηλάκι, όρμησε πάνω της  ένα αυτοκίνητο με αναμμένους τους μεγάλους προβολείς, τυφλώνοντάς την και στην συνέχεια την χτύπησε πολύ σοβαρά.  Εκτός των γενικών κακώσεων το ένα πόδι  της καταστράφηκε. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Ο γιατρός απελπίστηκε. Το λιπόσαρκο άκρο της ήταν εντελώς κατεστραμμένο. Είπε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Η Γιαγιά απολύτως ψύχραιμη, τον καθοδήγησε πώς να το «πλάσει», πως να το ξανασχηματίσει και που θα τοποθετήσει τα καρφιά. Ο γιατρός τα έχασε! Της είπε, τί έχεις σπουδάσει, τί άνθρωπος είσαι;  Μια αγρότισσα είμαι, απάντησε η Γιαγιά. Και πώς γνωρίζεις τέτοιες διαδικασίες ιατρικές, που μόνο πειραματικά γίνονται σε μεγάλα πανεπιστημιακά νοσοκομεία της Αμερικής;... Πώς τα γνωρίζεις;  Η Γιαγιά απάντησε: μπορείς να μου το κάνεις αυτό; Ζητάω πολλά; Στην συνέχεια ζήτησε να μην λάβει καμία νάρκωση κατά την διάρκεια του χειρουργείου. Ο γιατρός τρελάθηκε. Της είπε ότι είχε δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη και δεν μπορούσε να δεχθεί κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να αντέξεις τέτοιο πόνο. Θα μου πάρουν το δίπλωμα αν κάνω κάτι τέτοιο. Τελικά ο γιατρός  δέχθηκε να της κάνει ένα είδος τοπικής αναισθησίας σε δόσεις και της είπε, μόλις δω τον παραμικρό μορφασμό, την παραμικρή κίνηση θα σε κοιμίσω. Η Γιαγιά δεν κινήθηκε καθόλου και το πόδι ξανασχηματίστηκε. Με καρφιά. Μετά το χειρουργείο, κατάπληκτος ο γιατρός, είπε στους συγγενείς της: τι άνθρωπος είναι αυτός;... δεν κινήθηκε καθόλου! Τι συμβαίνει εδώ; 

  Παρέμεινε αρκετό καιρό στο νοσοκομείο, από τα χείλη της δεν βγήκε αρνητικός λόγος, ούτε παράπονο, μάλιστα απέτρεψε και τον γιό της από το να ζητήσει την ποινική δίωξη του οδηγού, ο οποίος  όταν συνειδητοποίησε τι έκανε, κλαίγοντας είπε πως δεν κατάλαβε πως πάτησε το γκάζι…

Μετά το Νοσοκομείο την επισκέφθηκε το πνευματικό της παιδί Ανδρέας. Τον εντυπωσίασε η απέραντη χαρά της. Έχω κι εγώ καρφιά, όπως ο Κύριος, είπε! Άσε τι λένε οι γιατροί! τι λέει ο δικός μου ο γιατρός! Ο πόνος παιδί μου, ήταν πράγματι πολύ μεγάλος. Όμως όταν έχεις τον Κύριο να κατευθύνει τους γιατρούς, να χειρουργεί ο Ίδιος, ξεχνάς τον πόνο και τα πάντα... Σε πλημμυρίζει η απόλυτος Χάρις Του! μόνο Χαρά... δεν ασχολείσαι, δεν σκέφτεσαι κανένα πόνο... Πόση Θεία ευτυχία! 

Λίγο καιρό αργότερα, είχε ολοκληρώσει το Μεσονυκτικό και βγήκε έξω από το σπιτάκι της, κατεβαίνοντας τα σκαλιά (3 τον αριθμό) για να πάρει λίγο καθαρό αέρα στην αυλή της… Τι πραγματικά συνέβη; Όταν την βρήκαν μετά από αρκετή ώρα είπε πως έπεσε από τις σκάλες. Το πόδι της είχε φύγει από τη λεκάνη και φυσικά ο  χειρούργος ιατρός δε την πίστευε! Λογικά ήταν αδύνατο από 3 σκαλιά να πάθει τέτοια ζημιά. Και πάλι χρειάστηκε καρφιά.  Η Γιαγιά στο χειρουργείο, έβαλε τους γιατρούς να ψάλλουν! Και πάλι ζήτησε να μην της κάνουν νάρκωση Οι γιατροί τα είχαν χαμένα, είχαν μείνει κατάπληκτοι και τρομαγμένοι κάπως… Κάποια στιγμή τους λέει: «Οι ουράνιοι γιατροί τελείωσαν. Εσείς γιατί καθυστερείτε;».

 Δεν αποκάλυψε τί είδε, αλλά πάντα αποκαλούσε τον  Άγιο Παντελεήμονα επουράνιο γιατρό…

Είναι επιστημονικά και εμπειρικά διαπιστωμένο πως οι πόνοι σε τέτοιο χτύπημα είναι φριχτοί. Η Γιαγιά όμως υπέμεινε αγόγγυστα!

 Τι συνέβη; Πώς  χτύπησε πραγματικά; Όταν ένα πνευματικοπαίδι της την ρώτησε, απάντησε: Είδα μια τεράστια σκιά πίσω μου, Αποστόλη παιδί μου και χωρίς να το καταλάβω με σήκωσε 5 μέτρα ψηλά και με έσκασε κάτω σαν τσουβάλι! 

  Η προσευχή της ενοχλούσε και κατέστρεφε τα σχέδια του εξαποδίτη! Οι γιατροί διέγνωσαν ότι μετά από το  δεύτερο χτύπημα μόλις μετά βίας θα σηκωνόταν πάλι η γιαγιά, για να περπατήσει, και μάλιστα με το «πι». Όμως μετά από πολύ λίγο καιρό περπατούσε μια χαρά!

  Συγκεκριμένα, 8 ημέρες μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο, παντρευόταν η εγγονή της και ενώ ήταν κλινήρης στο σπίτι της κόρης της, δεν δέχθηκε με κανένα τρόπο να μείνει κάποιος κοντά της, η πόρτα μάλιστα ήταν κλειδωμένη. Επιστρέφοντας συγγενικό της πρόσωπο κατά την διάρκεια του μυστηρίου, δεν την βρήκε στο κρεβάτι. Ανήσυχος έτρεξε στην βεράντα και έντρομος την είδε να έρχεται από τα γειτονικά κτήματα, σχεδόν χωρίς να αγγίζουν τα πόδια της την γη. Έκτοτε περπατούσε χωρίς κανένα πρόβλημα…     

«Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»…

    Γιαγιά Λαμπρινή: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ        Τις παλιές εποχές οι άνθρωποι στα χωριά ήταν απλοί, αγράμματοι αλλά με άδολες καθαρές ψυχές. Σιγά - σι...