Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται…

 

 

  Ήταν θυμάμαι, σούρουπο στα μέσα Ιουλίου του 2000. Κατηφόριζα προς το πρώτο σπιτάκι του χωριού, στα Κολομόδια Άρτας, μετά από το πρώτο μου προσκύνημα στο Άγιον Όρος, το υπερώο της Ορθοδοξίας. 

 Είχα ανάμεικτα συναισθήματα, με νωπές τις μνήμες του ταξιδιού μου, αλλά και μια ανεπαίσθητη κρυφή ικανοποίηση για την επίσκεψη μου στο Περιβόλι της Παναγίας μας. 

  Υπήρχε μια γριούλα μικρόσωμη σε αυτό το σπιτάκι, με το σύζυγό της, το μπάρμπα Ρίτσο που πάντα μου φώναζε από μακριά όταν με έβλεπε για να με χαιρετήσει και να ρωτήσει για το παππού μου - παράξενο τότε ένας μεγάλος να μιλάει σε μικρό παιδί - υπήρχε απόσταση και αυστηρότητα μεταξύ γενεών, μόνο για θελήματα μας φώναζαν.

  Τώρα άντρας πια, έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Αθήνα, κι ενώ ακόμη ήμουν στο Άγιον Όρος, συνεπαρμένος από την αγιότητα του χώρου και θαυμάζοντας όλο αυτό το μεγαλείο που ανέδυε την Παρουσία της Παναγίας μας, μου πέρασε από το νου ο λογισμός να φέρω μια ευλογία, μια εικόνα της Παναγίας σε αυτή τη γριούλα που είχα να δω καμιά εικοσαριά χρόνια. 

 Την θυμόμουν αμυδρά πια, από τότε που επισκεπτόταν την άρρωστη και κατάκοιτη γιαγιά μου, λίγο πριν αυτή κοιμηθεί… Αλλά και ο σύζυγός της, ο μπάρμπα Ρίτσος ερχόταν σπίτι μας όταν ο πατέρας μου ήταν άρρωστος, πράγμα που το εκτιμούσε πολύ η οικογένειά μου. Βέβαια ο μπάρμπα- Ρίτσος είχε φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο - ο Θεός να τον αναπαύσει. 

 Η περίοδος τότε ήταν ταραγμένη, ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε κάνει τις λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες (Ιούνιος 2000) και το θέμα, όπως όλους, με απασχολούσε έντονα, ενώ έφτανα στον προορισμό μου. 

  Η είσοδος μου στο μικρό απέριττο, αλλά πεντακάθαρο σπιτάκι ήταν μια πραγματική έκπληξη. Όλοι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι από εικόνες, στην μια άκρη του δωματίου ήταν το κρεβατάκι της Γιαγιάς, στην άλλη πλευρά ένα άλλο κρεβάτι όπου κάθονταν οι επισκέπτες, μια ξυλόσομπα στο κέντρο και το εικονοστάσι πάνω από το κρεβατάκι της όπου δέσποζε η εικόνα του Χριστού. Αυτή η εικόνα έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου και πιστεύω ότι θα με συνοδεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.

  Αφού της είπα ποιος είμαι, αρχίσαμε την συζήτηση. Η πρώτη κουβέντα που μου είπε ήταν: παιδί μου, να μην πάρουμε τις ταυτότητες! χωρίς να της έχω αναφέρει τίποτε για το θέμα, πόσο μάλλον για το ότι με απασχολούσε έντονα. Για το θέμα των ταυτοτήτων, όπως μου ανέφερε στην συνέχεια, μετά από πολλή προσευχή και νηστεία της αποκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος ότι δεν πρέπει να τις πάρουμε! Μάλιστα το «ΟΧΙ» που της είπε ο Κύριος (είναι άρνηση Πίστης η αποδοχή της ταυτότητας, όπως είπε ο Άγιος Παίσιος, καθώς και ο Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης) το ανέφερε πολύ έντονα… Επίσης ανέφερε πως θα τις βγάλουν τελικά τις ταυτότητες και μάλιστα αποκάλυψε και την πόλη που θα βγουν, που είναι ο Βόλος, πράγμα που επαληθεύθηκε. 

   Ένιωσα όπως ένας νάνος μπροστά σε γίγαντα! Κι όμως το σωματικό ύψος της Γιαγιάς δεν ξεπερνούσε το 1.50 μ.! Δεν μπορώ να το αποδώσω διαφορετικά αυτό που ένιωσα εκείνη τη στιγμή! Εννόησα βαθειά μέσα στην ψυχή μου πως είχα μπροστά μου ένα Άγιο άνθρωπο, σαν τους σύγχρονους Αγίους, τον Πορφύριο, τον Παίσιο, τον Ιάκωβο… Ήταν πραγματικά μια πνευματική πανδαισία… 

 Όσα διάβαζα για τη βιωτή των σύγχρονων γεροντάδων τα είχα πλέον εδώ μπροστά μου. Η χαρά και η συγκίνηση μου ήταν απερίγραπτες. Βίωσα μία αποκάλυψη. Εσωτερικά οίκτιρα τον εαυτό μου, πώς τόσα χρόνια ένα τέτοιο πνευματικό διαμάντι ήταν εδώ δίπλα μας και δεν το ανακαλύψαμε… Από την άλλη πάλι ευχαριστούσα τον Πανάγαθο Θεό που έστω και την τελευταία ώρα μας το αποκάλυψε. 

 Έκτοτε οι επισκέψεις μου ήταν συχνότατες. Αδημονούσα πότε θα πάρω την επόμενη άδεια για να ακούσω το Θεόπνευστο λόγο της. Σε πνευματικές συζητήσεις, κατά μόνας ή με περισσότερα άτομα, πολλές φορές ενώ σκεφτόμουν να θέσω μια ερώτηση, η γιαγιά σταματούσε τη συζήτηση, απαντούσε στην ερώτηση που σκεπτόμουν να κάνω και συνέχιζε ενώ η συζήτηση είχε περάσει σε άλλο θέμα. 

 Το ίδιο μου έχουν εκμυστηρευθεί και άλλα πνευματικά της παιδιά. Να σημειώσω εδώ ότι στην Γιαγιά έρχονταν άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης - αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, δάσκαλοι, καθηγητές Πανεπιστημίου, Μητροπολίτες, γιατροί, αναξιοπαθούντες κ.λ.π. 

 Ήταν εμφανή σε όλους τα χαρίσματα που της δώρισε ο Τριαδικός Θεός. Προορατικό, διορατικό, προφητικό, ιαματικό, ερμηνευτικό, ευχητικό… 

 Τόνιζε πάντα τη δύναμη της προσευχής και της υπομονής. Χριστιανός = νεκρός μου έλεγε χαρακτηριστικά, σχετικά με τα πάθη, τους πειρασμούς και τα του κόσμου… 

 Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως προτιμούσα να αναφέρεται σε πνευματικά θέματα η Γιαγιά και γι΄αυτό η αναφορά μου στα μελλοντικά γεγονότα, δεν είναι εκτενής, σε σχέση με αποκαλύψεις σε άλλα πνευματικά της παιδιά. 

 Κάποτε εξέφρασα την απορία, πώς έρχονταν τόσοι ξένοι άνθρωποι εδώ. Μου ανέφερε πως κάποια φορά, γυρνώντας από εργασίες στα χωράφια, βρήκε δύο πούλμαν από την Ρωσία έξω από το σπίτι της, να την περιμένουν. Η Γιαγιά, προσπάθησε να τους κεράσει όλους αυτούς τους ανθρώπους, εκείνοι όμως, μέσω ενός διερμηνέα, ζήτησαν να ακούσουν λόγο πνευματικό, λόγο Θεού… Και τον βρήκαν. 

 Περισσότερο εξεπλάγην εγώ, διερωτώμενος πώς ήρθαν αυτοί οι άνθρωποι, ενώ βρίσκονταν σε διακοπές στην Ελλάδα, σε ένα ασήμαντο χωριό της Άρτας να την συναντήσουν… από πού είχαν ακούσει για την Γιαγιά; Πως γνώριζαν το πνευματικό της ανάστημα; «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού»!

  Άλλη φορά, συνάντησε δύο άγνωστους κάτω από ένα δένδρο, κοντά στο σπίτι της. Ήταν ξένοι εργάτες και περίμεναν να σταματήσει η καταρρακτώδης βροχή, για να φύγουν με τα πόδια για την Άρτα, νηστικοί και βρεγμένοι. 

  Η Γιαγιά αμέσως τους πήρε στο σπίτι της και άρχισε να τους ετοιμάζει φαγητό. Αφού τους σέρβιρε όσο φαγητό είχε, βγήκε στην αυλή, για να πάρει νερό. Βλέπει τότε έναν Παππού με κατάλευκη γενειάδα να την πλησιάζει και να της ζητάει κάτι για φαγητό. 

 Η Γιαγιά στενοχωρήθηκε πολύ γιατί δεν είχε άλλο φαγητό, του είπε όμως να περιμένει λίγο μήπως βρεί κανένα αυγό από τις κότες και να του το βράσει… Ώσπου να κοιτάξει στο κοτέτσι (λιγότερο από ένα λεπτό) ο Παππούς είχε εξαφανιστεί… Η εξώπορτα ήταν κλειστή, η Γιαγιά φώναξε, βγήκε στον δρόμο, (ένας μόνο κεντρικός δρόμος υπήρχε στο χωριό) δεν υπήρχε κανείς… 

 Ο Κύριος παιδί μου μας δοκιμάζει μερικές φορές, μου είπε… κι εγώ σκέφθηκα: Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται… 

Α.Γ.  Υπαστυνόμος ε.α.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Ασκήτρια Λαμπρινή Βέτσιου της Άρτας: η πάλη με τον εχθρό και η ιδιαίτερη χάρη που έλαβε από τον Ιησού Χριστό...

   


    Η Γιαγιά Λαμπρινή απαιτούσε να την αποκαλούν «γιαγιά». Η ταπείνωσή της ήταν μεγίστη. Κάποτε που την προσφώνησαν κυρία, επέπληξε πολύ τον άνθρωπο που την αποκάλεσε έτσι και του είπε πως Κυρία είναι μόνο μία, Η Κυρία Θεοτόκος! εγώ προσπαθώ, αν τα καταφέρω, να είμαι δούλη Της. Συνεπώς δεν επιτρέπεται να με καλείτε έτσι. Και πώς να σας αποκαλώ; ρώτησε ο συνομιλητής της. Γιαγιά, απάντησε. Γιαγιά Λαμπρινή, είπε εκείνος και στο εξής έτσι την αποκαλούσε. Έτσι την αποκαλούσαν όλοι, από νεαρώτατη ηλικία, ακόμη και συνομήλικοί της. 

 
Φορούσε πάντοτε σκούρα, μαύρα ρούχα. Πάντοτε παλιά, ρούχα των παιδιών και εγγονών της, πολλά μαζί για να μην φαίνεται η υπερβολική αδυναμία της και αποκαλυφθεί η μεγάλη άσκησή της. Για να μοιάζει με τους άλλους ανθρώπους. Παρ όλα αυτά φαίνονταν όλα καινούργια, αστραφτερά πάνω της. Προστέθηκε μετά την κοίμησή της και το "Ασκήτρια". Ασκήτρια στον κόσμο.
Η άσκηση της Γιαγιάς Λαμπρινής και το πνευματικό της πρόγραμμα ήταν δυσανάβατα. Ο κυρίως χώρος ήταν το σπιτάκι της, το οποίο ήταν κατ οίκον Εκκλησία. Εκεί γεύτηκε την χάρη ως ουράνια Κοινωνία. Η ευχή του Ιησού έκαιγε αδιαλείπτως στην ψυχή της, της δόθηκε χάρη για τον ανδρείο αγώνα της και την πλήρη αφωσίωσή της στον Κύριο από την νηπιακή ηλικία. Μετά την συνάντηση με την Παναγία μας στην Κηπίνα(*), η Γιαγιά είχε δοθεί στον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο ολοκληρωτικά, σε σημείο που μπερδεύονταν ο ουράνιος με τον επίγειο κόσμο. Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα και η καρδιά της πονούσε για όλη την κτίση. Έλεγε πως η προσευχή για τον συνάνθρωπο και κυρίως για τον εχθρό γίνεται έμπονα, αναλαμβάνοντας όλο το πρόβλημά του και μπαίνοντας στην θέση του ως εσύ ο ίδιος να ζης την κατάστασή του… Τότε εσύ γίνεσαι ο άλλος και στέκεσαι ως εκείνος ενώπιον του Θεού και ζητάς έλεος!...
Είχε κλείσει τα παράθυρα και είχε αφήσει ένα μικρό άνοιγμα. Οι εικόνες κάλυπταν τους τοίχους, άναβε τα καντηλάκια και τα κεριά, έβαζε λιβάνι και άνοιγε τα αγαπημένα βιβλία της. Η προσευχή της φλογερή, ολονύκτια, στα γόνατα, όλα ψαλτά, η αγγελική φωνή, η άρρητη ευωδία, το άκτιστο φως… τρυπούσαν το ταβάνι. Ουρανός και γη ενώνονταν… Το μικρό λευκό σπιτάκι μετατρεπόταν σε τόπο πνευματικής παλαίστρας, ποτισμένος με τα δάκρυα, τις προσευχές, τις ευχαριστίες στον Τριαδικό Θεό, τις Θεοπτίες, τους πειρασμούς, τον πόλεμο με τον αρχαίκακο και τους ανθρώπους. Το θάρρος της στην πάλη με τον εχθρό ήταν απαράμιλλο. 
 
Ο πόλεμος δεν προερχόταν μόνο από τους ανθρώπους, από τον πνευματικό περίγυρο (σύνηθες ως δοκιμασία στους δυνατούς), από το περιβάλλον… ήταν πόλεμος πραγματικός, σώμα με σώμα με τον εχθρό. Πολλές φορές την χτυπούσε αλύπητα στο άσαρκο, σκελετωμένο, μικροκαμωμένο σώμα της. Την τσάκιζε. Συχνά ήταν μαυρισμένη, γεμάτη μώλωπες. Άλλες φορές την έσπρωχνε, την έριχνε από τα σκαλιά, την μάτωνε. Κυρίως όταν επρόκειτο να πάει σε προσκυνήματα ή σε κοινές προσευχές, που οργάνωνε η ίδια. Μία βραδυά, την ώρα της πύρινης προσευχής της, κατά την διάρκεια του κανόνα της, ένας απαίσιος μαλλιαρός δαίμονας κάθησε στους ώμους, έβαλε στο κεφάλι της τα απαίσια πόδια του και τα τύλιξε σφιχτά γύρω από το λαιμό της. Τώρα θα σε τελειώσω, ούρλιαξε! Θα σε πνίξω, θα σε σκοτώσω!
Η Γιαγιά χωρίς να ταραχθεί του είπε αυστηρά: Δεν πρόκειται να μου κάνεις τίποτα! Τίποτα απολύτως! Και όπως την είχε ακινητοποιήσει και την έπνιγε, είπε δυνατά: Της Παναγίας Αχράντου Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας!!!
Αμέσως το ακάθαρτο πνεύμα γκρεμίστηκε, έφυγε από πάνω της με μεγάλο θόρυβο και η πόρτα του σπιτιού χτύπησε με δυνατό κρότο! Τόσο που ο σύζυγός της ξύπνησε και ρώτησε τι συμβαίνει… Ατάραχη η Γιαγιά τον καθησύχασε και του είπε να συνεχίσει τον ύπνο του.
Η Γιαγιά Λαμπρινή πάλεψε σκληρά κατά την διάρκεια ολόκληρης της επίγειας ζωής της με τον εχθρό και τον νίκησε σε κάθε επίπεδο με την δύναμη που της έδωσε ο αγαπημένος της Ιησούς.
Για τον λόγο αυτό έχει λάβει ιδιαίτερη και μεγάλη χάρη εναντίον του και εναντίον των δόλιων και σκοτεινών ενεργειών του ιδίου και των οργάνων του... 
 
Την μεσιτεία και την προστασία της να έχουμε.

ΓΙΑΓΙΑ ΛΑΜΠΡΙΝΗ: Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙ….

Ήταν πρωινό της 6ης Ιουλίου 2002, Παραμονή Της Αγίας Κυριακής. Το πνευματικό της παιδί Ανδρέας Ν. περνούσε στον δρόμο μπρος από το σπιτάκι τ...